ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Τά μέλη του Συνδέσμου Αποστ. Σωμ. Ασφαλείας Ν. Αργολίδας θα ψάλουν το Ακάθιστο ΄Υμνο στον Όσιο Πατάπιο στο Λουτράκι VIDEO

Μετά την καθαρά Δευτέρα όπου αρχίζει η σαρακοστή αρχίζουν οι Χαιρετισμοί – Ο Μέγας Κανών – Ο Ακάθιστος ΄Υμνος και στην συνέχεια φθάνουμε στην Μεγάλη εβδομάδα περιμένοντας την Ανάσταση. 


Ο Σύνδεσμος Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας Ν. Αργολίδας θα πραγματοποιήσει εκδρομή  στον « ΟΣΙΟ ΠΑΤΑΠΙΟ » Λουτράκι Κορινθίας στις 31-3-2017 προκειμένου τα μέλη του και οι φίλοι του Συνδέσμου ψάλουν όλοι μαζί  τον   « ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ ».

Μετά το τέλος τα μέλη και οι φίλοι  θα είναι ελεύθεροι στο ΛΟΥΤΡΑΚΙ για φαγητό και ότι επιθυμεί ο καθένας.

Οι φίλοι του Συνδέσμου μπορούν να επικοινωνούν με το τηλέφωνο του Συνδέσμου 2752023482 κάθε Δευτέρα και Τετάρτη τις ώρες 10.00-12.00. Δήλωση συμμετοχής μέχρι 27-3-2017. 

Παρακάτω στις ( Α και Β ) ενημερώσεις για την ημέρα αυτή και ΄Οσιο Πατάπιο από τις επαγγελματικές σελίδες.

Α.-Ενημέρωση για Ακάθιστο ΄Υμνο 

Β.-Ενημέρωση για τον ΄Οσιο Πατάπιο 





Α.Ακάθιστος Ύμνος
Ημερομηνία εορτής: 31/03/2017Ακάθιστος Ύμνος
Τύπος εορτής: Με βάση το Πάσχα.
Εορτάζει 16 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα.
Άγιοι που εορτάζουν:  Ακαθιστος Υμνος

Βιογραφία
Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (βλέπε 9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (βλέπε 1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.) (βλέπε 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (βλέπε 14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.) (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (βλέπε 3 Απριλίου).

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής. 


γγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία,
ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως·
τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται·
ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων·
Ἀλληλούια.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα·
ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
πλὴν κραυγάζων οὕτω·
Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου,
ἐπεσκίασε τότε,
πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω·
καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,
ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,
τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
Ἀλληλούια.

χουσα θεοδόχον,
ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,
ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.
Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,
τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,
καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,
ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων,
λογισμῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη·
πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε·
μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,
ἔφη·
Ἀλληλούια.

κουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούια.

δον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους·
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούια.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος·
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος·
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων·
Ἀλληλούια.

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας·
Ἀλληλούια.

λως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούια.

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

μνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον·
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούια.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ'.
Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω· ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι· Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ'.
Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μεγαλυνάριον
Ὕμνοις ἐν αΰπνοις οἱ εὐσεβεῖς, ἀκαθίστῳ στάσει, ἀνυμνοῦμεν πανευλαβῶς, τὴν πρὸς τὸν λαόν σου, θερμήν σου προστασίαν, Παρθένε Θεοτόκε, ἡμῶν βοήθεια.

ΠΗΓΗ :  "  http://www.saint.gr  " 




Β.-Ενημέρωση για τον ΄Οσιο Πατάπιο 


Άφθαρτο σώμα 1563 ετών! Όσιος Πατάπιος – Λουτράκι (ΒΙΝΤΕΟ & ΦΩΤΟ)




Επίγεια πατρίδα του Οσίου υπήρξε η πόλη Θήβαι της Άνω Αιγύπτου, ο ακριβής όμως χρόνος δεν είναι γνωστός.
Από διάφορες ενδείξεις ο βίος του τοποθετείται μεταξύ του τέλους του 4ου και των μέσων του 5ου αιώνος (380-450). 
Είχε…τη χάρη του Θεού να γεννηθεί από πιστούς γονείς, οι οποίοι, όντας σχετικά ευκατάστατοι, τον ανέθρεψαν με κάθε φροντίδα.
Μερίμνησαν για την εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου (Εφεσ. 6, 4) μόρφωσή του.
Δεν παρέλειψαν να προσέχουν την καλλιέργεια του χαρακτήρα και του ήθους του,και παρακολουθούσαν την πρόοδο του στην αληθινή σοφία και την αφοσίωση του στη χριστιανική πίστη.
Επιλογή του αγγελικού βίου 
Καθώς ο Πατάπιος άφηνε τη νεανική ηλικία και ανδρωνόταν, γινόταν όλο και πιο εμφανής η αποστροφή του προς καθετί εφήμερο, υλικό και γήινο, ενώ έστρεφε με επιμονή την προσοχή και το ενδιαφέρον του προς τα ουράνια, τα πνευματικά, τα άφθαρτα και αιώνια.
Άλλωστε ήταν και η όλη κατάσταση που συνέβαλε σ’ αυτό:
Από τη μια οι μεγάλες θρησκευτικές έριδες της χρονικής εκείνης περιόδου, που είχαν ως αφορμή τη αναστάτωση την οποία προκαλούσε η διδασκαλία και δράση διαφόρων αιρετικών και δημιούργησε το Μονοφυσιτισμό (στην Αίγυπτο τους Κόπτες), από την άλλη οι μεγάλες αναχωρητικές και ασκητικές μορφές που είχαν «πολίσει» τις ερήμους, κυρίως της χώρας τού Νείλου,και προσείλκυαν χριστιανούς και μοναχούς.
Ζώντας σ’ αυτό το κλίμα ο νέος ακόμη Πατάπιος πήρε τη γενναία απόφαση: Άφησε πίσω του οικείους, φίλους, περιουσία, κοσμικό μέλλον, ανέσεις και φεύγοντας από τις Θήβες, πήγε και εγκαταβίωσε σε έρημο μέρος.
Εκεί αφοσιώθηκε στην προσευχή, τη νηστεία, την αποκοπή κάθε επιθυμίας, την απόκτηση κάθε αρετής.
Προς αναζήτηση της «ησυχίας» 
Και όσο περνούσε ο καιρός και διαδιδόταν η φήμη της αγιότητός του, τόσο πύκνωνε ο αριθμός των χριστιανών που έρχονταν σ’ αυτόν.
Το γεγονός χαροποιούσε τον ασκητή Πατάπιο, διότι έβλεπε πόσο οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για τα πνευματικά, όμως ο ίδιος επιθυμούσε την κατά Θεόν «ησυχία».
Είχε επιλέξει να ζει μακριά από καθετί που θα τον αποσπούσε από το να βρίσκεται «μόνος μόνω Θεώ».
Το ερημητήριο του είχε γίνει πλέον σημείο όπου έσπευδαν ευλαβείς επισκέπτες.
Και τι κάνει ο όσιος Πατάπιος;
Αποφασίζει να φύγει από την Αίγυπτο ίσως και εξαιτίας των εκεί εκκλησιαστικών ερίδων και να αναζητήσει άλλο τόπο, για να ζήσει στην απόλυτη μόνωση και «ησυχία».
Η αναχώρηση του έγινε με τέτοιο τρόπο, που δεν την αντιλήφθησαν «ούτε οι πιο γνωστοί του». Προορισμός του τα περίχωρα της νέας πρωτεύουσας της νεοσύστατης αυτοκρατορίας, της Κωνσταντινούπολης.
Για λόγους που μόνον ο Θεός γνωρίζει, καθώς ο όσιος Πατάπιος πορευόταν προς το νέο τόπο της άσκησής του, συναντήθηκε με δύο άλλους ερημίτες από την Αίγυπτο: Τον Βάρα και τον Ραβουλά.
Από τη Συρία και αφού οι τρεις, διέσχισαν οδοιπορώντας και τα παράλια της Μικράς Ασίας, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, ευχαριστώντας τον Θεό για την προστασία του καθόλη την κοπιαστική αποδημία τους, καθώς και για τη δύναμη που τους έδωσε, να κηρύττουν το άγιο Όνομά του στους κατοίκους των περιοχών από τις οποίες είχαν περάσει.
Η αγιότητα του βίου προσελκύει μαθητές 
Αφού οι τρεις Αιγύπτιοι μοναχοί είδαν και θαύμασαν τη νέα πρωτεύουσα, άρχισαν να αναζητούν τόπον «ησυχίας» για να συνεχίσουν να πράξουν τούτο χωριστά ο καθένας, αλλά σε σχετικά κοντινή απόσταση, ώστε στις δύσκολες περιπτώσεις να ενισχύονται πνευματικά μεταξύ τους.
Αναζητώντας τόπο, κατέληξαν στην περιοχή των Βλαχερνών, όχι πολύ μακριά από τα τείχη του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, πάνω από τον Κεράτιο κόλπο.
Ο καθένας από τους τρεις έστησε το μικρό ασκητήριο του, και επιδόθηκε στα ασκητικά του καθήκοντα.
Ο Όσιος Πατάπιος επιδόθηκε σε δυσκολότερους αγώνες.
Δουλαγωγώντας το σώμα του, δεν επέτρεπε στον εαυτό του να δοκιμάσει και την παραμικρή ευχαρίστηση, δεν ενδιαφερόταν να το ντύνει (παρά μόνο στοιχειωδώς), να το θρέφει, να το αναπαύει, εκτός από τον ελάχιστο ύπνο.
Κι όλα τα κατόρθωνε όχι μόνο χάρη στον αδιάκοπο πνευματικό του αγώνα, αλλά και με τη συνέργεια της θείας Χάριτος.
Και πως τον δόξαζε ο Θεός;
Με δύο τρόπους: Πρώτον, με το ότι του χάρισε τη δύναμη να τελεί θαύματα και να γιατρεύει αρρώστιες και δεύτερο, με το ότι τον έκανε γνωστό ως ασκητή που είχε πάνω του χαρίσματα, με αποτέλεσμα να σπεύδουν κοντά του πολλοί χριστιανοί από την Κωνσταντινούπολη και τα γύρω χωριά.
Ανάμεσα τους υπήρχαν και μερικοί που δεν αρκούνταν στο να ακούνε το φωτισμένο λόγο του και να ενισχύονται πνευματικά.
Επιθυμούσαν να παραμείνουν κοντά του, ως μαθητές και να γίνουν μοναχοί, ώστε κάτω από την έμπειρη καθοδήγησή του να ασκηθούν στην αγγελική πολιτεία.
Εκείνος, παρά την αρχική αντίρρηση του, υποχώρησε στην επίμονη παράκλησή τους κι έτσι στήθηκε, η Μονή των Αιγυπτίων.
Η «Μονή των Αιγυπτίων»
Ονομάστηκε «των Αιγυπτίων» και διότι ο ιδρυτής και πρώτος ηγούμενος ήταν εξ Αιγύπτου και επειδή κάποιοι από τους πρώτους μοναχούς είχαν καταγωγή από τη χώρα του Νείλου.
Με κέντρο της λειτουργικής ζωής τους το καθολικό (ναό) που αφιέρωσαν στον Πρόδρομο και Βαπτιστή του Κυρίου, τον Ιωάννη, επιδίδονταν με ζήλο πνευματικό σε παλαίσματα ηρωικά, που στόχο τους είχαν τον αγιασμό ψυχής και σώματος και τη θέωσή τους.
Ο όσιος Πατάπιος, με τον φωτισμένο λόγο και το αξιομίμητο παράδειγμά του, «των μοναστών εδείχθη διδάσκαλος ένθεος» και «προς ζήλον αγγελικής πολιτείας διήγειρεν άπαντας.
Ενώ όμως η «Μονή των Αιγυπτίων» ιδρύθηκε και για αρκετά χρόνια λειτούργησε ως ανδρική, άγνωστο για ποιούς λόγους, όταν πριν από τα μέσα του 8ου αιώνος την επισκέφθηκε ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, στη Μονή εγκαταβίωναν μοναχές.
Το χάρισμα του «θεραπεύειν»
Το Άγιο Πνεύμα έδωσε χωρίς φειδώ το χάρισμα του θεραπεύειν στον όσιο Πατάπιο, ενόσω ακόμα βρισκόταν στη ζωή, εξαιτίας του πλούτου των αρετών του.
Οι συναξαριστές εξιστορούν τέσσερα από αυτά (θεραπεία τυφλού, υδρωπικού, δαιμονιζομένου και καρκινοπαθούς).
Φυσικά και άλλα θαύματα τέλεσε ο όσιος Πατάπιος, καθώς σημειώνει ο ιερός συναξαριστής: «Μπορώ να εξιστορήσω όλα όσα έκανε εκείνος. Θα επιθυμούσα να διηγηθώ και όσα περιγράφει ο κόσμος. Θα χρειαζόταν όμως και πολλά να γράψω και πολύ χρόνο να είχα».
Το μακάριο τέλος του 
Αλλά, «ουκ έστιν άνθρωπος ός ζήσεται και ου μη αποθάνη».
Έτσι και αυτός ο μεγάλος Όσιος, το πρότυπο της αρετής, αφού κόσμησε τη ζωή του με τα στολίδια της προσευχής, της νηστείας, των καλών έργων και των πολλών θαυμάτων, έφτασε η ώρα που θα έφευγε από την παρούσα ζωή, για να μεταβεί με το έλεος του Θεού στην ουράνια και αιώνια «άνω Ιερουσαλήμ», και να κληρονομήσει την ητοιμασμένην βασιλεία από καταβολής κόσμου (Ματθ.25, 34).
Συνάχθηκαν λοιπόν κοντά του οι αδελφοί της «Μονής των Αιγυπτίων», άλλοι συνασκητές από τα γύρω μοναστήρια και πολλοί «φίλοι της αρετής, λυπημένοι και δακρυσμένοι» και θεωρώντας τον αποχωρισμό τους ως ορφάνια, του έλεγαν: Γιατί, πατέρα μας πολυσέβαστε, δείχνεις ότι δεν αγαπάς τα πνευματικά σου παιδιά, αφού επιταχύνεις την εκδημία σου;
Γιατί μας αφήνεις έρημους;
Γιατί δεν μας παίρνεις μαζί σου;
Ποιος μετά από σένα θα σταματήσει τη λύπη μας, θα γιάνει το σώμα και θα θεραπεύσει την ψυχή μας με το λόγο, το παράδειγμα, τα θαύματα;
Πως θα αντέξουμε τον αποχωρισμό;
Κι ενώ όλοι αυτοί έδειχναν με τη στάση και τα λόγια πως είχαν χάσει την ψυχραιμία τους, ο άγιος αντίθετα, χωρίς φόβο μπροστά στον επερχόμενο θάνατο, με μακάρια ιλαρότητα και στοργή τους είπε: «Μη κατευοδώνετε τον πατέρα σας έτσι με θρήνους και οδυρμούς.
Είναι καλύτερο να με προπέμψετε με ευχές.
Διότι ενώ τα δάκρυα ζημιώνουν κι εσάς κι εμένα, οι ευχές βοηθούν όλους μας.
Ιδιαίτερα εμένα για να βρω συγχώρεση των παραπτωμάτων μου και θάρρος όταν θα παρασταθώ ενώπιον του Ιησού Χριστού.
Μη κλαίτε λοιπόν, παιδιά μου, διότι εγώ πηγαίνω σ’ Αυτόν που με καλεί.
Εσείς πάλι προσέχετε τον εαυτό σας.
Τη συμπεριφορά μου απέναντι σας την γνωρίζετε.
Όλους σας αγάπησα και σας υπηρέτησα.
Σας δέχθηκα και σας διακόνησα…»
Ύστερα έδωσε συμβουλές προσωπικά στον καθένα, ανάλογες με την ηλικία και την πνευματική του κατάσταση στους γέροντες άλλες, στους νεότερους διαφορετικές.
Και στο τέλος, αφού έκανε θερμή προσευχή, έκλεισε οριστικά τα μάτια του και παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια των αγγέλων.
Το τίμιο και ιερότατο λείψανο του συναθροισθέντες όλοι οι μοναχοί το κήδεψαν με τιμή και δόξα.
Το έθαψαν στον ιερό ναό του αγίου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, δηλαδή μες στο ίδιο το ξακουστό μοναστήρι των Αιγυπτίων, με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές τον προέπεμψαν και τον έστειλαν στους ουρανούς, προς Εκείνον που έχει την εξουσία ζωής και θανάτου, δοξολογίας, επαίνου και ευχαριστίας.
db8dc-dsc01282mic_.jpg
Το ιερό Λείψανο από την Κωνσταντινούπολη στα Γεράνεια όρη
Το σκήνωμά του (άφθαρτο σώμα) ήταν μια ανεξάντλητη πηγή των θαυμάτων για πολλούς ανθρώπους. Και είναι ακόμα!
Το μοναστήρι των Αιγυπτίων καταστράφηκε το 536 μ.Χ. Τότε ο πνευματικός αδελφός του Αγίου Παταπίου, ο άγιος Βάρας, μετέφερε το Άγιο λείψανο του Αγίου Παταπίου στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη (του τιμίου Προδρόμου) της Πέτρας’ το οποίο ήταν υπό την προστασία της βασιλικής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης, των Παλαιολόγων, και ειδικά της Αγίας Υπομονής η οποία ήταν η μητέρα του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, ο Αγγελής Νοταράς, συγγενής του αυτοκράτορα (ανιψιός της Αγίας Υπομονής), προκειμένου να προστατευθεί το λείψανο του Αγίου Παταπίου από τους Τούρκους, το μετέφερε στο βουνό Γεράνεια στη Νότια Ελλάδα (κοντά στην Αθήνα) και έκρυψε το λείψανο σε μια σπηλιά, κοντά στην πόλη «Θέρμαι» (που σήμερα ονομάζεται Λουτράκι).
Αξίζει να σημειωθεί ότι το σπήλαιο στο οποίο μετεφέρθη το σκήνωμα του Αγίου Παταπίου ήταν ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα μ.Χ.
Η ανεύρεση του Λειψάνου και η νέα Μονή
Το έτος 1904 υπηρετούσε στο Λουτράκι ως εφημέριος ο ευλαβής ιερέας Κωνσταντίνος Σουσάνης. Κάπου – κάπου ανέβαινε και λειτουργούσε και στο ναΐσκο Σπήλαιο, στην πλαγιά πάνω από την πόλη.
Καθώς ο ίδιος ήταν ψηλός, δυσκολευόταν κατά την ιερουργία, γιατί η οροφή του Σπηλαίου και τα πλαϊνά του ήταν χαμηλά.
Έτσι ανέθεσε στον Βασ. Πρωτοπαπά να διευρύνει, λαξεύοντας, το χώρο.
Καθώς εκείνος λάξευε προς το δυτικό σημείο του Σπηλαίου διαπίστωσε ότι εκεί δεν υπήρχε βράχος αλλά τοιχίο.
Με ιδιαίτερη προσοχή και δέος συνέχισε την καθαίρεση του τοιχίου, όποτε με ευχάριστη έκπληξη και θαυμασμό απεκάλυψε «άφθορον και ευωδιάζον» το ιερό Σκήνωμα του Οσίου, τη μεμβράνη με το όνομά του, τον ξύλινο Σταυρό, τα βυζαντινά νομίσματα, μικρά οστά και τρεις κάρες, προφανώς άγνωστων ασκητών, που είχαν ασκηθεί προγενέστερα στοΣπήλαιο.
Το ιερό Σκήνωμα, για λόγους ασφαλείας, φυλάχθηκε προσωρινά στο σπίτι του ιερέα Κωνσταντίνου Σουσάνη, στο Λουτράκι.
Το 1936, με πρόνοια του τότε μητροπολίτου Κορίνθου Δαμασκηνού μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών τοποθετήθηκε σε καλλιτεχνική ξυλόγλυπτη λειψανοθήκη, στην οποία και αναπαύεται μέχρι σήμερα, εναποτεθειμένη στο Σπήλαιο ασκητήριο, όπου και δέχεται τις τιμές, τις προσευχές, τις δεήσεις και τις ευχαριστίες όλων των ευλαβών προσκυνητών της Μονής και εκείνων τους οποίους παντοιοτρόπως ευεργετεί θαυματουργικά με τις θεοπειθείς πρεσβείες του στο θρόνο του ελεήμονος Θεού! Η εύρεση του ιερού Λειψάνου πανηγυρίζεται στη Μονή την Τρίτη του Πάσχα (Διακαινησίμου), οι δε μοναχές και οι συρρέοντες πιστοί ψάλλουν χαρμόσυνα: «…Νυν ημείς κεκτημένοι το ιερόν σον λείψανον ως θησαυρόν θεόσδοτον, πολλώ μάλλον αγαλλόμεθα, την προς ημάς σου κηρύττοντες, πολλήν κηδεμονίαν εξ αυτού γάρλαμβάνομεν αγιασμού τας δωρεάς, και πάσαν όνησιν σωτήριον και δυσχερών απαλλαγήν…» (Ιδιόμελον της Λιτής).  




ΠΗΓΗ : "  http://www.tilegrafima.gr   " 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου