ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Σύνδεσμος Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας Ν. Αργολίδας ΑΓΩΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΦΟΡΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΓΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ (Ε.Α.Σ)...






Ο Σύνδεσμος Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας Ν. Αργολίδας θα ασχοληθεί με το θέμα αυτό.
΄Ηδη το γραφείο έχει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά τα οποία έχει στείλει ο Νομικός Σύμβουλος.
ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ  ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΑΚΗ,
ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΤΗΣ Π.Ο.Α.Σ.Α

Ο ΧΡΟΝΙΚΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΌ ΤΟ Σ.τ.Ε. ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Η Ολομέλεια του  Σ.τ.Ε  με την υπ’ αριθμό 4003/2014 Απόφασή της αλλά και  η Ολομέλεια του Ε.Σ με  την υπ’ αριθ.244/2017  όμοια, ΑΠΟΠΕΙΡΩΝΤΑΙ  να αλλοιώσουν τον διάχυτο χαρακτήρα του ελέγχου, όπως αυτός κατοχυρώνεται στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και να επιβάλουν στα Τμήματα του Ε.Σ και στα  Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια,  να εφαρμόζουν νόμους αντισυνταγματικούς, όταν αυτά μελλοντικά θα τύχει να επιληφθούν αποζημιωτικών αγωγών,  βάσει των κριθέντων ως αντισυνταγματικών διατάξεων .

Συγκεκριμένα:
1).Όταν τα Τμήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια εξετάζουν  την Αντισυνταγματικότητα  σε μία  αγωγή, η Αντισυνταγματικότητα έχει να κάνει με το νόμω βάσιμο αυτής. 
2).Στα πλαίσια της αγωγής αποζημίωσης κατ’ αρθ.105 ΕισΝΑΚ, ο αιτών βασίζει την αποζημίωση, στην εφαρμογή των αντισυνταγματικών μνημονιακών διατάξεων. 
3).Ο αιτών ζητά τη διαφορά των αποδοχών που έλαβε, βάσει της εφαρμογής των αντισυνταγματικών διατάξεων και που ελάμβανε πριν την έναρξη ισχύος τους, με βάσει τον, τους προϊσχύσαντα-ες νόμους.

Προκειμένου  δε τα επιληφθέντα Τμήματα του Ε.Σ ή Τ.Δ.Δ  να αρνηθούν σ’ αυτόν την αναδρομική επιδίκαση της διαφοράς των αποδοχών, θα πρέπει να εφαρμόσουν την αντισυνταγματική διάταξη μέχρι την ημερομηνία έκδοσης και δημοσίευσης  της Απόφασης της Ολομέλειας   του Ε.Σ ή του Σ.τ.Ε.  και όχι τους  προϊσχύσαντες νόμους και να αποφανθούν επίσης ότι η αγωγή, για το τμήμα που αφορά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του νόμου έως την έκδοση ή δημοσίευση  της απόφασης της Ολ. Σ.τ.Ε. είναι νόμω αβάσιμη.

Θα εφαρμόσουν λοιπόν, αντισυνταγματικούς νόμους προκειμένου να συμμορφωθούν με την απόφαση του Ε.Σ ή του Σ.τ.Ε. για ένα χρονικό σημείο και στη συνέχεια θα τον παραμερίσουν αυτόν τον αντισυνταγματικό νόμο και θα εφαρμόσουν  τον προϊσχύσαντα νόμο, επιδικάζοντας στον αιτούντα την διαφορά των συνταξίμων αποδοχών ή αποδοχών εκ του μισθού του από της δημοσίευσης και μετά των αποφάσεων της Ολομελείας του ΕΣ και του Σ.Τ.Ε.

Το Ε.Σ και το  Σ.τ.Ε. δρούν   επομένως σαν να ακυρώνουν, έναντι πάντων, το νόμο, προσδίδοντας στο συγκεκριμένο και διάχυτο έλεγχο που ασκούν αποτελέσματα κύριου και αφηρημένου ελέγχου, εξαφανίζοντας τη διάταξη από την έννομη τάξη, διατηρώντας όμως τα αποτελέσματα που «γέννησε» αυτή μέχρι την ημερομηνία κατάργησής της. 

Εάν μάλιστα προσχωρήσουμε στην άποψη ότι η παρ. 3β του άρ. 50 του π.δ/τος 18/1989, που ορίζει ότι: «Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης»,έχει ως πηγή έμπνευσής της τις διατάξεις του άρ. 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος, διαπιστώνουμε ότι η αναλογική τους εφαρμογή στις περιπτώσεις διάχυτου ελέγχου αντισυνταγματικότητας έχει ως συνέπεια το Ε.Σ και Σ.τ.Ε. να   κρίνουν  ως ένα άλλο Α.Ε.Δ, συμπληρώνοντας το «κενό» του Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο μονάχα επιλύει συγκρούσεις ανωτάτων δικαστηρίων, σχετικά με ζήτημα αντισυνταγματικότητας. 

Ο ίδιος άλλωστε χρονικός περιορισμός των αναδρομικών αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας είναι έργο αποκλειστικά των Συνταγματικών δικαστηρίων και στη χώρα μας, του ΑΕΔ. Κατοχυρώνεται κατ’ εξαίρεση στο άρθρο 100 παρ. 4 εδ. β΄ και επιφυλάσσεται μόνο σε αυτό.

Τούτο, διότι οι αποφάσεις του έχουν καταργητική του νόμου ισχύ έναντι πάντων και επομένως η εισαγωγή μιας χρονικής τομής στα επιγενόμενα αποτελέσματα της κήρυξης της αντισυνταγματικότητας, ήτοι στην ακύρωση του νόμου, απορρέει από την erga omnes δέσμευση των αποφάσεών του: Διότι στην περίπτωση κρίσης του ΑΕΔ, η απόφαση δεσμεύει όλα τα δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να προβούν στη συνέχεια σε κατ’ άρθρον 93 παρ. 4 του Συντάγματος έλεγχο.

Δεσμεύονται λοιπόν από την κρίση περί αντισυνταγματικότητας. Αντίθετα, όλα τα άλλα δικαστήρια διενεργούν έλεγχο (αντι)συνταγματικότητας όταν άγεται ενώπιόν τους μία διαφορά και παραμερίζουν την εφαρμογή του κριθέντος ως αντισυνταγματικού νόμου.

Το Ε.Σ. και Σ.τ.Ε. με τις ανωτέρω αποφάσεις τους αυτές επιχειρούν να καταργήσουν τη συνταγματική αυτή εξουσία:Ο περιορισμός των αναδρομικών συνεπειών της αντισυνταγματικότητας απευθύνεται σε όλα τα δικαστήρια τα οποία θα επιληφθούν αποζημιωτικών διαφορών. 

Πλην όμως το Ε.Σ. και το  Σ.τ.Ε. δεν έχουν συνταγματικό προς τούτο έρεισμα: αντίθετα, αυτά, όπως και όλα τα δικαστήρια, κρίνουν κατ’ άρθρον 93 παρ. 4 και η κρίση τους οδηγεί στον παραμερισμό του αντισυνταγματικού κανόνα στην κρινόμενη υπόθεση. 

Το εάν στα πλαίσια πιλοτικής δίκης, τα Τμήματα του Ε.Σ. και τα Τ.Δ.Δ. δεσμεύονται πρακτικά από την απόφαση του Ε.Σ ή του  Σ.τ.Ε. και είναι μάλλον απίθανο να εκφέρουν διαφορετική κρίση, είναι ποιοτικώς διάφορο από το εγχείρημα της νομικής τους δέσμευσης με δικαστική απόφαση.

Η απόφαση του Ε.Σ. και Σ.τ.Ε. περί περιορισμού των αναδρομικών αποτελεσμάτων περιλαμβάνει τις εξής παραδοχές: 

1). ΄Οτι ο νόμος κηρύσσεται αντισυνταγματικός έναντι πάντων.
Το Ε.Σ. και  το Σ.τ.Ε. δεν αφήνουν απλώς το νόμο ανεφάρμοστο, παραμερίζοντάς τον ως αντισυνταγματικό στις  συγκεκριμένες υποθέσεις. 
Προσδίδουν στην παρεμπίπτουσα κρίση τους περί της αντισυνταγματικότητας του εφαρμοστέου κανόνα ακυρωτική ισχύ και καθιστώντας τους νόμους  πλέον ανενεργούς, «επιβάλλουν» έμμεσα σε όλα τα δικαστήρια  που μελλοντικά θα επιληφθούν διαφοράς που θα βασίζεται στους νόμους αυτούς, Ν. 4093/2012σε συνδ. με Ν.4307.2014 αλλά και 3865/2010 περί ΕΑΣ να τους  θεωρήσουν ως αντισυνταγματικούς. 
Καθιστούν έτσι τους νόμους ουσιαστικά ανενεργούς, ώστε η διάκριση μεταξύ ακύρωσης/ανεφάρμοστου στις συγκεκριμένες συνθήκες να καθίσταται άνευ περιεχομένου, 

2). η απόφασή τους αποσκοπεί να δεσμεύσει τα κατώτερα δικαστήρια, τα οποία «δεν θα μπορούν» να ικανοποιήσουν αξιώσεις αποζημίωσης αναγόμενες σε προγενέστερο χρόνο από το χρόνο δημοσίευσης των αποφάσεων, διότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας τοποθετούνται από το ΕΣ και το ΣτΕ στην ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασής τους, 
3). ουσιαστικά τέμνουν το νομοθετικό καθεστώς, μέσω της χρονικής αυτής τομής: όσες έννομες σχέσεις είχαν γεννηθεί και ολοκληρωθεί βάσει των αντισυνταγματικών νόμων έχουν ρυθμιστεί τελειωτικά.
Μόνο οι μελλοντικές αξιώσεις για τις οποίες θα ασκηθούν ένδικα βοηθήματα θα ικανοποιηθούν, με αποτέλεσμα.

4). Να προκαλούν στην έννομη τάξη, ως οιονεί Συνταγματικά Δικαστήρια ή ως άλλα ΑΕΔ μία νομοθετική μεταβολή, επιτελώντας μία αρνητική νομοθετική λειτουργία: Καταργούν εφεξής τους νόμους, ωστόσο τον διατηρούν ενεργούς για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος τους έως τη δημοσίευση της απόφασης.

Ο Μ Ω Σ:
Οι κρίσεις αυτές του Ε.Σ. και του  Σ.τ.Ε. δεν συνάδουν με το inter partes συγκεκριμένο σύστημα ελέγχου της (αντι)συνταγματικότητας. Τα δικαστήρια ΕΣ και ΣΤΕ περιλαμβάνουν ουσιαστικά κρίση με τις υπό κρίση αποφάσεις τους για άτομα που δεν ήταν διάδικοι στη δίκη και προσδίδουν ισχύ έναντι όλων στην απόφασή τους.

Επομένως ομιλούμε για επέκταση του δεδικασμένου της απόφασης στα πλαίσια διενέργειας αφηρημένου και συγκεντρωτικού ελέγχου. Βάσει των αποφάσεων αυτών, τα Τμήματα του Ε.Σ. και τα Τ.Δ.Δ. καλούνται λοιπόν να υποχρεωθούν να εφαρμόσουν αντισυνταγματικό νόμο, προκειμένου να μην ικανοποιήσουν αναδρομικά τις απορρέουσες από την εφαρμογή του αξιώσεις, κατά παράβαση του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, αλλά και των παρ. 3β και 3δ του άρ. 50 του π.δ/τος 18/1989, ως ισχύει κατόπιν της τροποποίησης  του ΠΔ 18/89 και Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας με το ν.4274/2014 άρθρο 22, οι οποίες ρητώς ορίζουν αυτολεξεί τα κάτωθι:
«3β. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης.

3δ. Η εφαρμογή των παραγράφων 3α, 3β, και 3γ δεν θίγει τις αποζημιωτικές αξιώσεις.»

Συμπερασματικά ο περιορισμός του αναδρομικού αποτελέσματος της ακύρωσης δεν δύναται  επ’ ουδενί να θίξει τις αποζημιωτικές αξιώσεις.    

Επιπλέον, η πάγια νομολογία του ΑΠ, σχετική η υπ’ αριθ. 275/2015 του Β1΄ Τμήματος, του ΣτΕ και των Τ.Δ.Δ.  αρνήθηκε να δεσμευθεί από το χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας στις περιπτώσεις αποφάσεων του ΑΕΔ, επικαλούμενα τα ανωτέρω δικαστήρια τη συνταγματική υποχρέωσή τους να μην εφαρμόζουν αντισυνταγματικό νόμο και αντιλαμβανόμενα ότι ο χρόνος αναφέρεται στο ανίσχυρο του νόμου, δηλαδή στην κατάργησή του και όχι στην αντισυνταγματικότητά του.

Ερμηνεύοντας το άρθρο 100 παρ. 4 εδ. ε΄ του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρ. 51 παρ. 4 του ΚΑΕΔ, όπου και προσδιορίζεται το αποτέλεσμα της αναδρομικής αντισυνταγματικότητας, κατέληξαν στην παραδοχή ότι το μόνο δυνάμενο να περιορισθεί χρονικά αποτέλεσμα είναι αυτό που ο ίδιος ο νομοθέτης του ΚΑΕΔ συνδέει άμεσα με την αναδρομική ακύρωση και συνίσταται στην επανάληψη διαδικασιών δικών επί των οποίων εκδόθηκαν αμετάκλητες αποφάσεις. 

Ας ελπίσουμε ότι τα Τμήματα του Ε.Σ. (εξάλλου υπηρξε ισχυρή μειοψηφία γιαυτο το ζήτημα της αναδρομικότητας,  στην απόφαση της Ολ. ΕΣ 244/2017) και τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια θα ακολουθήσουν αυτή τη νομολογία και θα απορρίψουν τη νομολογιακή λύση του Ε.Σ και του  ΣτΕ, η οποία μάλιστα ουδόλως τα δεσμεύει νομικά, καθώς:
1). Οι  πιλοτικές αποφάσεις δεσμεύουν,ως προς το ζήτημα που επέλυσαν, μόνο τους διαδίκους, τους παρεμβάντες, το δικαστήριο παραπομπής και όσα δικαστήρια ανέβαλαν την συζήτηση ενόψει της πιλοτικής δίκης 
2). Ο έλεγχος (αντι)συνταγματικότητας των νόμων είναι εκ του Συντάγματος διάχυτος και παρεμπίπτων, με μοναδική εξαίρεση τον διενεργούμενο από το ΑΕΔ έλεγχο, όπου και πάλι, τα δικαστήρια αρνούνται παγίως να δεσμευθούν από τον χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας, διακρίνοντας, αφενός τη διάγνωση της αντισυνταγματικότητας η οποία είναι εξ ορισμού αναδρομική, δηλαδή η νομοθετική διάταξη από τότε που εκδόθηκε αντιτίθεται στο Σύνταγμα και αφετέρου την συνέπεια της ακύρωσης του νόμου, η οποία επέρχεται ex nunc και έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία επανάληψης διαδικασιών δικών επί των οποίων εκδόθηκαν αμετάκλητες αποφάσεις και 

3).Ο μόνος προβλεπόμενος εκ του Συντάγματος χρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας είναι αυτός του ΑΕΔ, στο άρθρο 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος.
ʼΑλλωστε,   η μόνη περίπτωση όπου ο δικαστής υποχρεώθηκε να εφαρμόσει αντισυνταγματικό νόμο, ήταν επειδή ο ίδιος ο συνταγματικός νομοθέτης του το είχε επιβάλει, βάσει της μεταβατικής διάταξης του άρ. 116 παρ. 2 του Συντάγματος.

Συμπερασματικά   οι ανωτέρω  υπό κρίση Αποφάσεις Ε.Σ. και Σ.τ.Ε. φαίνεται να παραγνωρίζουν  το διάχυτο και συγκεκριμένο χαρακτήρα της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων ή μάλλον να συγχέουν τη φύση των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας (τα οποία εξακολουθούν να αναπτύσσονται inter partes και όχι erga omnes, ειδάλλως ο χαρακτήρας του ελέγχου ως διάχυτου θα ήταν γράμμα κενό) με τον πραγματικό αντίκτυπό της νομολογίας τους στα λοιπά δικαστήρια και στην πολιτική εξουσία: 

Νομικά, οι αποφάσεις του Ε.Σ. και του Σ.τ.Ε. που κρίνουν ότι μία διάταξη αντίκειται στο Σύνταγμα εξακολουθούν να έχουν ισχύ μόνο μεταξύ των διαδίκων και στα πλαίσια του διάχυτου ελέγχου δε δεσμεύουν τα λοιπά δικαστήρια. 

Διάφορο είναι το πραγματικό ζήτημα της επίδρασής τους στη νομολογία και το πολιτικό σκηνικό. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, ο χρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της διάγνωσης της Αντισυνταγματικότητας, δηλαδή ο περιορισμός της άσκησης αποζημιωτικών αξιώσεων λόγω εφαρμογής αντισυνταγματικού νόμου, έχει ως αποτέλεσμα να παραβιάζεται το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς το Ε.Σ. και το  Σ.τ.Ε επιχειρούν  δε να υποχρεώσουν τα λοιπά δικαστήρια να εφαρμόσουν νόμο Αντισυνταγματικό.

ΣΥΝΕΠΩΣ σύμφωνα με τα ανωτέρω, προτείνεται ανεπιφύλακτα η ΑΜΕΣΗ κατάθεση ομαδικών αγωγών,  από κάθε συνταξιούχο-απόστρατο για την εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων(Ε.Α.Σ) και για την Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης, για τους κάτω των 60 ετών συνταξιούχους, με αίτημα αναδρομικής καταβολής της υλικής ζημίας και συγκεκριμένα την τελευταία διετία ήτοι  από τον  Απρίλιο 2015 έως και το  Μάρτιο 2017 (ΣΗΜΕΡΑ), λόγω της διετούς παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου.  

ΠΗΓΗ : "  http://saealarisas.blogspot.gr   " 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου